ΑΝΤ.Α.Μ.Α. ΔΗΜΟΣ ΣΕΡΒΙΩΝ – ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ

ΑΝΤιμνημονιακό Αυτοδιοικητικό Μέτωπο Ανατροπής

ΑΝΤ.Α.Μ.Α. ΔΗΜΟΣ ΣΕΡΒΙΩΝ – ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ - ΑΝΤιμνημονιακό Αυτοδιοικητικό Μέτωπο Ανατροπής

Ιδρυτική διακήρυξη

Πρωτοβουλία για την ίδρυση Αριστερής Ριζοσπαστικής Δημοτικής Κίνησης

ΑΝΤ.Α.Μ.Α.Η ελληνική κοινωνία ζει μια πρωτοφανή σε ένταση και έκταση κρίση, τη χειρότερη που γνώρισε μεταπολιτευτικά. Τα λαϊκά στρώματα έχασαν και εξακολουθούν να χάνουν τα εισοδήματά τους, εργατικά δικαιώματα δεκαετιών ακυρώθηκαν και ακυρώνονται, η ανεργία εκτινάσσεται σε πρωτοφανή επίπεδα, η οικονομία ακολουθεί καθοδικό σπιράλ θανάτου, η κοινωνία αποσυντίθεται, οι θεσμοί διαλύονται και η δημοκρατία περιστέλλεται, φτάνοντας στα όρια της αντιδημοκρατικής εκτροπής. Οι συνθήκες ζωής της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας αλλάζουν δραματικά.

Η Αυτοδιοίκηση υπήρξε ένα από τα μεγάλα θύματα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας, του «Καλλικράτη» και των αλλεπάλληλων Μνημονίων.

  • Δέχθηκε αλλεπάλληλες συγχωνεύσεις. Ο υπερσυγεντρωτισμός αυτός, χωρίς πρόβλεψη ουσιαστικής ενδοδημοτικής αποκέντρωσης και ανάπτυξης αποκεντρωμένων θεσμών κοινωνικού και λαϊκού ελέγχου, αφυδάτωσε την πεμπτουσία της αυτοδιοίκησης.
  • Οι δημοτικές αρχές απομακρύνθηκαν από τους πολίτες και τις ανάγκες τους και βασικές κοινωνικές και συναφείς υπηρεσίες της Αυτοδιοίκησης έχουν συρρικνωθεί ή καταργηθεί.
  • Περιορίστηκαν δραματικά η οικονομική  αυτοτέλεια και οι κρατικοί διανεμόμενοι πόροι, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρθηκαν δυσβάστακτες αρμοδιότητες από την κεντρική διοίκηση με δυσμενείς συνέπειες στις παρεχόμενες υπηρεσίες.
  • Η Αυτοδιοίκηση μετατρέπεται σε ιμάντα μεταβίβασης των εθνικών και υπερεθνικών αντιλαϊκών πολιτικών. Έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα ακραίο νεοφιλελεύθερο σχέδιο, που περιλαμβάνει την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών καθαριότητας και άλλων δημοτικών υπηρεσιών

Σε ότι αφορά ειδικότερα το Δήμο μας, η κρίση όχι μόνο έχει χτυπήσει την πόρτα μας αλλά έχει εγκατασταθεί κι εδώ για καλά. Δεν είναι μόνο η παραδοσιακή οικονομική καχεξία που βάραινε τους δημότες μας, σαν περιφέρεια με ανεργία, οικονομική δυσπραγία, έλλειψη αναπτυξιακού σχεδιασμού και δραστηριοτήτων έρχεται να επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο και από τις πρόσφατες επιπτώσεις της κρίσης σε υφιστάμενες δραστηριοτήτες (μάρμαρα, κλείσιμο ΛΑΡΚΟ, μεταφορά δημοσίων υπηρεσιών, ακριβά καύσιμα και αγροτικά εφόδια – χαμηλές τιμές αγροτικών προϊόντων, εμπόριο νεκρό, έλλειψη αναπτυξιακών υποδομών και παραγωγικού προσανατολισμού κλπ). Επιδείνωση που ολοκληρώνει το παζλ της κοινωνικής κρίσης υπάρχει και στην εκπαίδευση, την υγεία, την ποιότητα ζωής και αλλού.

Μέσα σε αυτό το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων είναι σαφής και η ανάγκη να οικοδομηθεί κοινό μέτωπο αντιμνημονιακών δυνάμεων, αιρετών, εργαζομένων και δημοτών αποκτούν τεράστια σημασία.

Ανταποκρινόμενοι σε αυτή την ανάγκη, ομάδα πολιτών του Δήμου Σερβίων – Βελβεντού, προερχόμενοι από το χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς, αναλαμβάνουμε την πρωτοβουλία να δημιουργήσουμε νέα Δημοτική Κίνηση.

Προχωρούμε,  λοιπόν, στη διαμόρφωση ενός πλαισίου αρχών, πάνω στο οποίο θα οικοδομήσουμε τους στόχους της κίνησης. Το περίγραμμα του πλαισίου αυτού ορίζεται από τα παρακάτω:

  • Οι δήμοι αποτελούν αιρετούς τοπικούς θεσμούς του αποκεντρωμένου κράτους. Εκλέγονται δημοκρατικά από τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες παρεμβαίνουν και ελέγχουν το έργο τους τόσο μέσα από θεσμοθετημένες συμμετοχικές δομές όσο και μέσα από τις αυτόνομες κοινωνικές οργανώσεις και διαδικασίες τους.
  • Η Αυτοδιοίκηση σε όλες τις βαθμίδες της δομείται θεσμικά με τρόπο ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται και η πολιτική να ασκείται από τα συλλογικά όργανα και όχι από κλειστά ή μονοπρόσωπα εκτελεστικά όργανα. Τα δημαρχοκεντρικά χαρακτηριστικά του σημερινού συστήματος πρέπει να ανατραπούν
  • Οι συμμετοχικοί θεσμοί αποτελούν θεμελιώδες συστατικό της αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού και κατά συνέπεια αποτελούν αναπόσπαστο δομικό μέρος της θεσμικής και πολιτικής της συγκρότησης και λειτουργίας. Οι θεσμοί αυτοί περιλαμβάνουν και τις λαϊκές συνελεύσεις, τον συμμετοχικό προϋπολογισμό και τα τοπικά δημοψηφίσματα.
  • Με δημοκρατικό προγραμματισμό επιδιώκουμε την αξιοποίηση των τοπικών δυνατοτήτων, με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Η διαμόρφωση προτάσεων και η οργάνωση της παρέμβασης μας έχει στόχο, σε κάθε περίπτωση, τη βελτίωση των όρων ζωής των κατοίκων του Δήμου, την ενίσχυση της τοπικής απασχόλησης, την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, την αναζήτηση νέων δρόμων ανάπτυξης, την ανάδειξη και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και την υποστήριξη πρωτοβουλιών τοπικής πολιτιστικής δημιουργίας.
  • Επίσης, κοινωνική αλληλεγγύη με την  ενίσχυση των δημοσίων κοινωνικών δομών, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, έτσι ώστε, να μη μείνει κανένας δημότης ακάλυπτος στην κρίση. Προστασία της δημόσιας περιουσίας και του δημόσιου χαρακτήρα των υπηρεσιών.

Σύντομα πρόκειται να διοργανώσουμε ανοιχτή εκδήλωση όπου θα παρουσιαστεί η διακήρυξη, η δομή και το όνομα της εκκολαπτόμενης κίνησης.

Για τη συγκρότηση της νέας Δημοτικής Κίνησης απευθύνόμαστε σε κινήματα, φορείς, οικολογικές οργανώσεις , ενεργούς πολίτες,  πολίτες του Δήμου Σερβίων – Βελβεντού που συμφωνούν καταρχήν με το πλαίσιο αρχών που αναφέρθηκε και τους καλούμε να πάρουν μέρος στην ιδρυτική διαδικασία της κίνησης.

Πρωτοβουλία Αριστερής Ριζοσπαστικής Δημοτικής Κίνησης

Σεπτέμβρης 2013

Περιηγήσεις του Καρόλου Πουκεβίλ: Δυτική Μακεδονία, Πιέρια, Καμβούνια [ΙΙΙ]

[Πηγή]

Στο προηγούμενο σημείωμα αφήσαμε το Γάλλο ιστορικό και περιηγητή στην περιοχή του Βελβεντού να κατευθύνεται προς τους πρόποδες των Πιερίων. Δύο λεύγες  ανατολικά, (περίπου 8,5 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή) αναφέρει το οροπέδιο Μαυράκι όπου συναντώνται  μόνον απλοί σαν τη φύση βοσκοί ή κλέφτες:

“Δυο λεύγες ανατολικά του Βελβενδού φτάνουμε στους πρόποδες των Πιερίων, και δυο λεύγες από εκεί, διεισδύοντας μέσα στα πλατώματα τους, συναντάμε ένα γραφικό οροπέδιο, το Μαυράκι, που χρωστά το όνομα του στη μαυριδερή όψη του. Η έκταση του είναι περίπου δυο τετραγωνικές λεύγες. Εδώ δεν θα δει κανείς παρά μόνον απλούς σαν τη φύση βοσκούς, ή κλέφτες που βρίσκουν εκεί ένα ασφαλές καταφύγιο όταν κατατρέχονται από τους Μωαμεθανούς”.

Λιβεθριάδες νύμφες

Στο μεγάλο σπήλαιο των Πιερίων – δίπλα σε μια πηγή με σκαλοπάτια σκαλισμένα μέσα στο βράχο- ο Πουκεβίλ καταγράφει στη συνέχεια ένα υπόγειο άντρο, αφιερωμένο πιθανόν στις Λιβεθριάδες νύμφες. Οι κάτοικοι της περιοχής πιστεύουν ότι κατοικείται από μάγισσες:

“Στην ανατολική άκρη αυτής της πεδιάδας, αν διασχίσουμε πρώτα μιαν απόκρημνη πλαγιά, κατάφυτη από έλατα και μελιττοφόρα δέντρα που σχηματίζουν ένα δάσος με επιφάνεια μιας τετραγωνικής λεύγας προς όλες τις διαμέτρους του, στη συνέ­χεια θ’ ανεβούμε σ’ ένα δεύτερο οροπέδιο κατασκέπαστο με μια δροσερή χλόη, στην άκρη του οποίου, και κάτω από τη σκιά ε­νός μοναδικού δέντρου, υπάρχει μια πηγή με σκαλοπάτια σκαλισμένα μέσα στο βράχο. Θα μπορούσαμε να παρασυρθούμε και να πιστέψουμε ότι πρόκειται για το αμφιθέατρο όπου τε­λούνταν άλλοτε αγώνες ανάλογοι μ’ εκείνους της Ολυμπίας, εξετάζοντας όμως τα σκαλοπάτια προσεκτικότερα αντιλαμβανό­μαστε ότι δεν αποτελούσαν παρά τμήμα μιας σκάλας που κατέληγε σ’ ένα υπόγειο, – αφιερωμένο πιθανόν στις Λιβεθριάδες νύμφες, που υμνήθηκαν συχνά από τον Ησίοδο και λατρεύτη­καν από τους εύπιστους αρχαίους. Μερικές βαθμίδες οδηγούν στο εσωτερικό αυτού του άντρου, του φόβητρου των ποιμένων και των χωρικών, που πιστεύουν ότι κατοικείται από μάγισσες (εξωτικαί). Φοβούνται να το πλησιάσουν, ακόμη και να κό­ψουν έστω κι ένα δέντρο από τα δάση ολόγυρα. Ο καθένας πλάθει με τη φαντασία του διάφορες ιστορίες γύρω απ’ αυτό το θέμα, κι όταν οι γυναίκες των γειτονικών χωριών βλέπουν να μαζεύονται πάνω από το Μαυράκι σύννεφα καταιγίδας, φωνάζουν, Μέλι-Γάλα, σαν έναν εύσχημο τρόπο για να ξορκί­σουν το αντικείμενο του φόβου τους που είναι τα δαιμόνια. Ορισμένα αξιόπιστα πρόσωπα, που έτυχε να εισχωρήσουν στο μεγάλο σπήλαιο των Πιερίων, δεν ανακάλυψαν εκεί κανένα ίχνος από την αρχαιότητα.”

Ο χορός του Απόλλωνα με τις Μούσες. Dance of Apollo and the Muses, Baldassare Peruzzi

Ο χορός του Απόλλωνα με τις Μούσες. Dance of Apollo and the Muses, Baldassare Peruzzi

Το Καταφύγιον και η Μονή του Προδρόμου

Οι περισσότερες περιοχές που αναφέρονται αυτοδιοικητικά υπάγονται πλέον στον διευρυμένο Δήμο Σερβίων-Βελβενδού. Ο παλιός Δήμος Καμβουνίων έχει καταργηθεί. Βορειοανατολικά του Βελβεντού βρίσκεται το χωριό Καταφύγιον με πληθυσμό που αποτελείται από ξυλοκόπους και μαραγκούς:

“Δυο λεύγες Β-Α του Βελβενδού προβάλλει το Καταφύγιον, ένα χωριό με εκατόν ογδόντα σπίτια, κτισμένα από ξύλα και από λάσπη, ένα χωριό το οποίο διοικητικά μεν υπάγεται στην Ελασσώνα, αλλά εκκλησιαστικά στην επισκοπή των Σερβίων. Το έδαφος είναι μάλλον άγονο, κι οι κάτοικοι, ξυλοκόποι όλοι τους ή μαραγκοί, συναναστρέφονται τους Βελβενδιώτες¨.

Το χωριό Ντράτσικο (σ.σ. Ντράτσικο, ο Π. μετατρέπει απλώς το Ντ σε Δ… Για τις μετονομασίες οικισμών βλ. παράρτημα στο τέλος του κειμένου) έχει εξήντα οικογένειες, δηλαδή περίπου 500 κατοίκους, αν υπολογίσουμε ότι η οικογένεια ή το σπίτι αυτή την εποχή αποτελείται από 8 έως 10 άτομα. Στην ίδια περιοχή, η Μονή Προδρόμου περικλείει εκατόν εβδομήντα κελιά, πολυάριθμες αίθουσες και μια εκκλησία όπου ιερουργούν εκατό ιερωμένοι:

Η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Βέροιας βρίσκεται στους πρόποδες των Πιερίων δίπλα στον ποταμό Αλιάκμονα και 20 χιλιόμετρα απο την πόλη της Βέροιας.

Η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Βέροιας βρίσκεται στους πρόποδες των Πιερίων δίπλα στον ποταμό Αλιάκμονα και 20 χιλιόμετρα απο την πόλη της Βέροιας.

“Πέντε λεύγες βορείως του Βελβενδού, εντοπίσαμε το χω­ριό Δράσκος, με εξήντα ελληνικές οικογένειες, και δυο λεύγες βορειότερα την Κόκοβα, ένα κεφαλοχώρι με εκατόν πενήντα σπίτια. Μισή λεύγα πιο κάτω απ’ αυτό το χωριό, που υπάγεται στη Βέρροια, βρίσκεται η Μονή του Προδρόμου, εκείνου του Ορφέα του Χριστιανισμού, που προανήγγειλε με τη φωνή του την έλευση του Μεσσία. Αυτό το κτίσμα ανεγέρθηκε το 1100 από το Διονύσιο, έναν πρόσφατα ανακηρυχθέντα Άγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο οποίος έκτισε πάνω στην ψηλότερη ράχη του Ολύμπου ένα ξωκλήσι αφιερωμένο στον προφήτη Ηλία. Η Μονή Προδρόμου βρίσκεται μέσα σ’ ένα δάσος από ελαιοειδή, μυρτιές, δάφνες και μαυραγκαθιές που φράζουν τις όχθες του Αλιάκμονα. Περικλείει εκατόν εβδομήντα κελιά, πο­λυάριθμες αίθουσες και μιαν εκκλησία όπου ιερουργούν εκατό ιερωμένοι”.

Το μοναστήρι εμφανίζεται ιδιαίτερα φιλόξενο και μάλλον αρκετά πλούσιο, καθώς οι μοναχοί παρακρατούν από κάθε οικογένεια του Βελβενδού μια οκά γνεσμένου λιναριού και διάφορες άλλες εισφορές που πληρώνονται με τη μορφή φεδουαρχικού δικαιώματος. Στην περιουσία του ιδρύματος προστέθηκαν και αρκετά μετόχια, αμπέλια και αγροκτήματα, οι Αγροί. Γνωρίζουμε βεβαίως και άλλες περιπτώσεις μοναστηριών που κατείχαν τεράστιες περιουσίες και εισέπρατταν ανάλογες εισφορές, συχνά μάλιστα ολόκληρα χωριά πωλούνταν σε μονές, επειδή δεν μπορούσαν να επιστρέψουν τα δανεικά. Η πρακτική της φορολόγησης σε είδος ανάγεται ενδεχομένως στην εποχή κατά την οποία Νορμανδοί είχαν στην κατοχή τους τη Δυτική Μακεδονία:

“Στα εισοδήματα της μονής προστέθηκαν και αρκετά μετόχια, αμπέλια και αγροκτήματα, που τα λένε Αγρούς. Χάρη στη χριστιανική φιλευσπλαχνία, το μοναστήρι είναι γνωστό σαν το καταφύγιο του κάθε ξένου, στον οποίο προσφέρεται φι­λοξενία αφιλοκερδώς, είτε είναι οδοιπόρος και ζητά να τον ε­λεήσουν μ’ ένα κομμάτι ψωμί, είτε είναι καβαλάρης. Το αρχονταρίκιον φιλοξενεί φτωχό και πλούσιο αντάμα, δίνοντας του να πάρει μαζί του και φαγητό για να συνεχίσει το δρόμο του.

Σ’ αυτήν τη μονή φυλάσσεται η διαθήκη του ιδρυτή, η οποία, εκτός από τον καταστατικό χάρτη του τάγματος, περιέχει και τις ταξιδιωτικές αφηγήσεις του Αγίου, καθώς και τον κατάλογο των Αδελφάτων εκείνων που ήταν φόρου υποτελείς. Σύμφωνα μ’ αυτήν τη χάρτα, οι ιερωμένοι της Μονής Προδρό­μου παρακρατούν από κάθε οικογένεια του Βελβενδού μια οκά γνεσμένου λιναριού, καθώς και διάφορες άλλες εισφορές που πληρώνονται με τη μορφή φεδουαρχικού δικαιώματος. Είναι πιθανόν η συνήθεια αυτή να ανάγεται στην εποχή της επιδρομής των Νορμανδών στην περιοχή εκείνη της Μακεδονίας, στην οποία εγκαταστάθηκαν αυτοί, μέσα στις τόσες άλλες κακοδαιμονίες της αυτοκρατορίας, συμμαχώντας με τους Τούρκους, μερικά φύλα των οποίων εξακολουθούσαν να είναι χριστιανικά”.

Η τεφροδόχος του Ορφέα  και ο τάφος του Ευριπίδη

Αν και οι εξερευνήσεις του δεν γίνονται όσο διεξοδικά θα ήθελε, ο Γάλλος αρχαιολάτρης πιθανολογεί ότι στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο πρέπει να αναζητηθούν, μεταξύ άλλων, τα ερείπια του αρχαίου Δίου, η επιτύμβια στήλη με την τεφροδόχο του Ορφέα, ο τάφος του Ευριπίδη και ενδεχομένως το στάδιο που χρησιμοποιούσαν οι Μακεδόνες για τους  Ολυμπιακούς Αγώνες. Όσο γνωρίζουμε, τίποτα από τα προηγούμενα δεν έχει εντοπιστεί με ακρίβεια. Τα αρχαία μαρμάρινα οικοδομήματα κάθε είδους καταστράφηκαν κυριολεκτικά εκ θεμελίων, όχι μόνο από το χρόνο, τις λεηλασίες, τούς αρχαιοκάπηλους και τις επιδρομές των βαρβάρων, αλλά και για να χρησιμοποιηθούν ως πολύτιμη ή και σπάνια πρώτη ύλη για σπίτια, εκκλησίες, τζαμιά, τουρκικά νεκροταφεία και κάθε είδους κατασκευές. Είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιήθηκαν μάρμαρα από λατομεία κοντά στο σημερινό χωριό Τρανόβαλτο.

Σύμφωνα με μια μαρτυρία, στρατιώτες που πήραν μέρος στον Εμφύλιο, με καταγωγή από την Πάρο, την Κάρπαθο και το Βόλο αντελήφθησαν ότι οι πέτρες που χρησιμοποιούσαν για οχυρώσεις ήταν μάρμαρα και μάλιστα αρίστης ποιότητας. Έτσι το 1953, στη θέση “Μπιστεριά” (σ.σ = η πέτρα) άνοιξαν τα πρώτα λατομεία με πρωτοπόρους τον Θεσσαλονικιό Λαλούμη, τον Λαρισαίο Σκούταρη κλπ και με πρώτους εργάτες κυρίως νησιώτες Παριανούς και Καρπάθιους. Σε πλήθος επιτύμβιες στήλες και οικοδομήματα εντοπίζονται -σε όλη την Ελλάδα- ακόμα και σήμερα,  ολόκληρα κομμάτια αρχαίων ναών:

Εντυπωσιακό γεωλογικό φαινόμενο γνωστό στους ντόπιους ως Νοχτάρια. Κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους ανήκουν γεωγραφικά στην κοινότητα Λιβαδερού. Σχεδιάζεται η αξιοποίηση τους σε συνεργάσία με την κοινότητα Μικροβάλτου.

Εντυπωσιακό γεωλογικό φαινόμενο γνωστό στους ντόπιους ως Νοχτάρια. Κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους ανήκουν γεωγραφικά στην κοινότητα Λιβαδερού. Σχεδιάζεται η αξιοποίηση τους σε συνεργάσία με την κοινότητα Μικροβάλτου.

“Κοντά στο στόμιο του ποταμού που οι ρέει ανατολικά και Α- Β-Α για να εκβάλει στο Θερμαϊκό Κόλπο, πιστεύω πως θα πρέπει να ορίσουμε τη θέση των ερειπίου του Δίου, απ’ όπου θα μπορούσαμε, διανύοντας μιαν απόσταση είκοσι σταδίων ή δυόμισι μιλίων προς την πλευρά του Ολύμπου, ν’ αναζητήσουμε το σημείο όπου στήθηκε η επιτύμβια στήλη, πάνω στην οποία, απ’ ότι λένε, τοποθετήθηκε η τεφροδόχος του Ορφέα, καθώς και τον τάφο του Ευριπίδη, η ψυχή του οποίου αναπαύεται στη σιωπηλή Πιερία. Έχω συχνά μετανιώσει γιατί δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω αυτές τις εξερευνήσεις, μιας κι οι ενδείξεις που είχα ήταν θετικές και θα μπορούσαν να με διευκολύνουν. Ίσως τότε να είχα ανασύρει από τα βάθη αυτής της άγνωστης μακεδονικής γης, το στάδιο όπου, όπως και στην Πελοπόννησο, οι Μακεδόνες τελούσαν τους θεσμοθετημένους από τον Αρχέλαο Ολυμπιακούς Αγώνες. Αναμφισβήτητα, σε τούτη τη γωνιά του κόσμου οι Μακεδόνες θα είχαν συσσωρεύσει τρόπαια, αναθήματα, μνημεία, αγάλματα, και αντικείμενα, που η ανακάλυψη τους θα ήταν πολύτιμη, αφού παραμένουν ακόμη άγνωστα για τους επιστήμονες”. 

Ο Τιταρήσιος

Ο Πομπήιος, (Γναίος ή Γνάιος Πομπήιος ο Μέγας, 106  – 48 π.Χ.) αφού πέρασε τα Καμβούνια όρη, διέσχισε τον Ελιμαίο και διάβηκε τον Ρεδία, εισχώρησε στη Θεσσαλία  μέσω της  ιστορική οδού  που καταλήγει στο βάθος της θεσσαλικής λεκάνης. Ο ποταμός Σαραντάπορος διαρρέει το επικίνδυνο επικίνδυνη πέρασμα του Σαραντάπορου:

“Σαν φυσικά όρια μεταξύ Μακεδονίας και Θεσσαλίας μπορούμε να θεωρήσουμε τα Σέρβια, κι όχι τόσο το ρεύμα του Αλιάκμονα, που οι αρχαίοι είχαν υιοθετήσει σαν διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο επαρχίες. Από εκεί, κατηφορίζουμε μιαν απόσταση μιάμισης λεύγας μέχρι να φτάσουμε στα στενά του Σαραντάπορου.

Η άλλοτε τόσο πολυσύχναστη αυτή οδός, ήταν εκείνη απ’ όπου ο Πομπήιος, αφού πέρασε τα Καμβούνια όρη, αφού διέσχισε τον Ελιμαίο και διάβηκε το Ρεδία, εισχώρησε στη Θεσσαλία για να διεκδικήσει από τον Καίσαρα ό,τι απέμενε από την ψυχορραγούσα ελευθερία της Ρώμης. Ο Σαραντάπορος, που δεν αποκλείεται να είναι ο Τιταρήσιος, διαρρέει αυτή την επικίνδυνη διάβαση, κυλώντας μέσα από τα δάση που σκιάζουν το ρεύμα με τα αφρισμένα νερά του, σε μια διαδρομή δύο λεύγων. Αφού περάσουμε αυτό το ποτάμι, που στρέφεται τώρα προς τη μεσημβρία, κατηφορίζουμε προς την πεδιάδα και μετά από τέσσερις ώρες πεζοπορίας φτάνουμε στην Ελασσώνα, την οποία το ρεύμα του Σαραντάπορου αγκαλιάζει από την πλευρά της μεσημβρίας. Υπολογίζουμε ότι από εδώ ως την Τσαρίτσανη, παραμένοντας πάντα στην πεδιάδα, η απόσταση μέχρι τον Τύρναβο είναι τρεις ώρες, κι άλλες τρεις ανάμεσα σ’ αυτή την πόλη και τη Λάρισα. Από την ίδια οδό διέρχονται και τα καραβάνια, αλλά καθώς αυτή πλημμυρίζει συχνά το χειμώνα, αναγκάζονται να ανεβαίνουν πάνω από το όρος Μυλωνάς, και εξαιτίας αυτής της παράκαμψης, η διαδρομή επιμηκύνεται κατά μια λεύγα περίπου μέχρι τη γέφυρα του Πηνειού, κτισμένη απέναντι από τη Λάρισα.

Από την Κοζάνη, από την οποία απέσπασα προσωρινά την προσοχή του αναγνώστη για να οριοθετήσω μιαν ιστορική οδό που καταλήγει στο βάθος της θεσσαλικής λεκάνης, αν κατευθυνθούμε από τα ανατολικά μερικές μοίρες προς Ν, αφού διατρέξουμε μια πεδιάδα μήκους δυόμιση λευγών, συναντάμε το Σαριχανλάρ (σ.σ. σημερινά Αλωνάκια), ένα τούρκικο χωριό με εκατόν πενήντα εστίες, και μια λεύγα πιο πέρα προς την ίδια πάντα κατεύθυνση, δυο γραφικές λιθόκτιστες κρήνες. Οι ταξιδιώτες συνηθίζουν να στέκονται εδώ για να ξαποστάσουν λίγο, πριν πάρουν τον ανήφορο για το δασωμένο ύψωμα του Ντεντελέρ, ενός μωαμεθανικού χωριού πάνω στην πλαγιά ενός καταπράσινου λόφου.”

Η Μάχη του Σαρανταπόρου ή μάχη των στενών της Πέτρας αποτελεί την πρώτη πολεμική επιχείριση της Ελλάδας στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Έλαβε χώρα στις 9 Οκτωβρίου του 1912 στα Στενά του Σαραντάπορου. Μετά τη σύγκρουση της πρώτης μέρας, οι τουρκικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν προς τα Σέρβια, αφήνοντας στα χέρια του ελληνικού στρατού αρκετό υλικό και λίγους αιχμαλώτους. Οι ελληνικές δυνάμεις έπειτα από ισχυρή αντίσταση των τουρκικών δυνάμεων, πέτυχαν μια σημαντική νίκη η οποία άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.

Η Μάχη του Σαρανταπόρου ή μάχη των στενών της Πέτρας αποτελεί την πρώτη πολεμική επιχείριση της Ελλάδας στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Έλαβε χώρα στις 9 Οκτωβρίου του 1912 στα Στενά του Σαραντάπορου. Μετά τη σύγκρουση της πρώτης μέρας, οι τουρκικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν προς τα Σέρβια, αφήνοντας στα χέρια του ελληνικού στρατού αρκετό υλικό και λίγους αιχμαλώτους. Οι ελληνικές δυνάμεις έπειτα από ισχυρή αντίσταση των τουρκικών δυνάμεων, πέτυχαν μια σημαντική νίκη η οποία άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.

Η στρατηγική σημασία των Στενών του Σαραντάπορου είχε επισημανθεί από την αρχαιότητα. Tα ίδια στενά  πέρασε ο Ξέρξης το 480 π.Χ. όταν επιχειρούσε εναντίον της Αθήνας.

Την περίοδο της τουρκοκρατίας το ομώνυμο χωριό λεγόταν Γλίκοβο. Η περιοχή απελευθερώθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1912 κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου μετά την σημαντική νίκη του Ελληνικού Στρατού στη ομώνυμη μάχη. Οι κύριες τουρκικές δυνάμεις – καλά εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες από Γερμανούς αξιωματικούς – αποτελούνταν από δύο και πλέον Μεραρχίες, υπό το Στρατηγό Χασάν Ταξίν Πασά, και ήταν εγκαταστημένες αμυντικά στην οχυρή τοποθεσία Σαρανταπόρου (Γλίκοβο) και Λαζαράδων – Βογκόπετρας. Η προέλαση του Ελληνικού Στρατού συνεχίστηκε. Στις 10 Οκτωβρίου εισήλθε ελευθερωτής στην πόλη των Σερβίων και στις 11 Οκτωβρίου απελευθερώνει την Κοζάνη. Παραμονές της αναμέτρησης ο Γερμανός στρατηγός Φον Ντερ Γκολτς είχε δηλώσει: «το Σαραντάπορο είναι απόρθητο φρούριο και θα γίνει ο τάφος των Ελλήνων, αν επιχειρήσουν να το καταλάβουν.»

Διαβάστε την υπόλοιπη έρευνα:

Μέρος Ι

Μέρος ΙΙ

Περιηγήσεις του Καρόλου Πουκεβίλ στη Βόρειο Ελλάδα: Σιάτιστα – Κοζάνη – Σέρβια – Βελβεντό (ΙΙ)

[Πηγή]

Ο Γάλλος ιστορικός και φιλέλληνας Φρανσουά- Σαρλ – Υγκ – Λοράν Πουκεβίλ, όπως είδαμε ήδη σε προηγούμενο σημείωμα, ταξίδεψε στη δυτική Μακεδονία την άνοιξη του 1806. Θα δούμε σήμερα τι αναφέρει επιπλέον για τη Σιάτιστα και θα τον ακολουθήσουμε στη διαδρομή μέχρι τα Καραφέρια (Βέροια) και τους δρόμους που οδηγούν στα στενά του Σαρανταπόρου. Να πούμε ότι  ο Πουκεβίλ σημειώνει τις αποστάσεις του σε λεύγες και μία τέτοια μονάδα την υπολογίζουμε σε 4,400 χιλιόμετρα περίπου.  Θα ήταν ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον να εντοπίσουμε δορυφορικά τη διαδρομή του, κάτι που είναι σχετικά απλό σήμερα, χάρη στο Google Earth (κατεβαίνει ελεύθερα από εδώ).

Η Σιάτιστα

Τα περίφημα αρχοντικά της Σιάτιστας είναι έργα μιας μεγάλης αρχιτεκτονικής που αποτελεί συνέχεια της βυζαντινής. Χτίστηκαν από μαστόρους της περιοχής χάρη στις δυνατότητες των εμπόρων μεταπρατών, που δραστηριοποιήθηκαν επί το πλείστον στις παραδουνάβιες χώρες της Ευρώπης.

Τα περίφημα αρχοντικά της Σιάτιστας είναι έργα μιας μεγάλης αρχιτεκτονικής που αποτελεί συνέχεια της βυζαντινής. Χτίστηκαν από μαστόρους της περιοχής χάρη στις δυνατότητες των εμπόρων μεταπρατών, που δραστηριοποιήθηκαν επί το πλείστον στις παραδουνάβιες χώρες της Ευρώπης.

Η κωμόπολη Σιάτιστα που επισκέπτεται ο Γάλλος φιλέλληνας έχει αυτή την εποχή στα όρια της επτακόσια σπίτια και μερικές εκατοντάδες καλύβες· μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι κάθε οικογένεια αποτελείται από έξι έως οχτώ μέλη, κατά μέσον όρο.  Οι  κάτοικοι, Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι στη μεγάλη πλειονότητά τους, κατανέμονται σε δεκαπέντε ενορίες με ισάριθμους ιερείς, οι οποίοι αγοράζουν το αξίωμα τους ισοβίως. Αρκετά κοσμογυρισμένοι, οι έμποροι της Σιάτιστας φαίνεται πως “επηρεάστηκαν από τη γερμανική ευθύτητα, αποβάλλοντας την κατεργαριά, την τόσο χαρακτηριστική του ελληνικού δαιμονίου”.

Οι διοικητικές υποθέσεις, όπως η πληρωμή του χαρατσιού και των οφειλών, διεκπεραιώνονται στο Σαριγούλ, ενώ οι επίδικες περιπτώσεις παραπέμπονται στη δικαιοδοσία του εκκλησιαστικού δικαστηρίου της Ελασσώνας και επιλύονται από τον Αρχιεπίσκοπο εκεί, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα,  χάρη στις σπάνιες συμβιβαστικές αρετές του. Άλλωστε, οι κάτοικοι άλλο δεν επιθυμούν παρά να έχουν όσο γίνεται λιγότερη επαφή με τους Τούρκους.

Το Σισάνιον  στα  1806 παρουσιάζεται λοιπόν σαν ένας παράδεισος ηρεμίας, το σχολείο του μια γνήσια πηγή ηθικής, κι ο εξαίρετος λαός του ένα αξιομίμητο πρότυπο ενότητας για όλους τους Χριστιανούς της Ανατολής:

«Η Σιάτιστα, κτισμένη στη μέση περιοχή του Βερμίου πάνω στην πλαγιά ενός πλατώματος περιτριγυρισμένου από τέσσερα βουναλάκια πάνω στα οποία ορθώνονται εκκλησιές με δέντρα ολόγυρα τους, και χωρισμένη στα δυο, όπως ήταν και αρχικά, περικλείει επτακόσια σπίτια και μερικές εκατοντάδες καλύβες στα όρια της. Η επάνω πόλη απλώνεται πάνω στη μεσημβρινή πλαγιά του βουνού κλιμακωτά, ενώ η κάτω πόλη, που διατήρησε το όνομα Γεράνια, κτίστηκε πάνω στην περιφέρεια ενός ημικυκλικού κώνου, μέσα στον οποίο κυλούν τα νερά της Καλής Πηγής. Επομένως, όλα τα αρχέγονα στοιχεία της πόλης διατη­ρούνται ακόμη στις ονομασίες, κι εδώ ο χρόνος τελειοποίησε απλώς αντί να καταστρέψει. Οι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι το δέκατο έκτο αιώνα η επισκοπή της Σελίτσας, που την αποκαλούν Σισάνιον, μεταφέρθηκε στη Σιάτιστα. Εκείνη την εποχή, μοναδικός ηγέτης τους ήταν ο μητροπολίτης, ενώ σήμερα η εξουσία του έχει περιοριστεί στο θρησκευτικό τομέα αποκλειστικά, οι δε κάτοικοι κατανέμονται σε δεκαπέντε ενορίες με ι­σάριθμους ιερείς που αγοράζουν το αξίωμα τους ισοβίως. Σ’ ό,τι αφορά τα επίγεια, οι διοικητικές υποθέσεις όπως η πλη­ρωμή του χαρατσιού και των οφειλών διεκπεραιώνονται στο Σαριγούλ, ενώ χάρη σε κάποιο συνδυασμό, συνηθισμένο άλλω­στε κι αλλού, οι επίδικες περιπτώσεις παραπέμπονται στη δι­καιοδοσία του δικαστηρίου της Ελασσώνας, μιας πόλης που α­πέχει δεκαοκτώ λεύγες από εκεί.

Αυτή η τόσο ευτυχής για τους Χριστιανούς απομάκρυνση, οι οποίοι άλλο δεν επιθυμούν παρά να έχουν όσο γίνεται λιγότερη επαφή με τους Τούρκους, είχε σαν συνέπεια οι περισσότερες υποθέσεις τους να διαβιβάζονται στο πατρικό δικαστήριο του Αρχιεπισκόπου τους. Κι αυτός ο ιεράρχης, χάρη στις σπάνιες συμβιβαστικές αρετές του, έκανε την ομόνοια να βασιλεύει ανάμεσα στους Χριστιανούς. Η αλήθεια είναι πως μια μεγάλη μερίδα του ποιμνίου του ήταν έμποροι, ταξιδεμένοι στη Βιέννη, τη Λειψία και τη Γερμανία όπου φαίνεται ότι επηρεάστηκαν από τη γερμανική ευθύτητα, αποβάλλοντας την κατεργαριά, την τόσο χαρακτηριστική του ελληνικού δαιμονίου. Έτσι λοιπόν η Σιάτιστα ήταν ένας παρά­δεισος ηρεμίας, το σχολείο της, μια γνήσια πηγή ηθικής, κι ο εξαίρετος λαός της, ένα αξιομίμητο πρότυπο ενότητας γιο ό­λους τους Χριστιανούς της Ανατολής.»

Οι Μακεδονίτισσες της Σιάτιστας

Το Σισάνιον  στα  1806 παρουσιάζεται λοιπόν σαν ένας παράδεισος ηρεμίας, το σχολείο του μια γνήσια πηγή ηθικής, κι ο εξαίρετος λαός του ένα αξιομίμητο πρότυπο ενότητας για όλους τους Χριστιανούς της Ανατολής

Το Σισάνιον στα 1806 παρουσιάζεται λοιπόν σαν ένας παράδεισος ηρεμίας, το σχολείο του μια γνήσια πηγή ηθικής, κι ο εξαίρετος λαός του ένα αξιομίμητο πρότυπο ενότητας για όλους τους Χριστιανούς της Ανατολής

Όπως το συνηθίζει, ο περιηγητής καταγράφει επακριβώς την ενδυμασία και κάποια ήθη των ντόπιων, κυρίως των γυναικών. Οι μεγάλες Μακεδονίτισσες κυρίες διαθέτουν ανάμεσα στα σύνεργα του καλλωπισμού τους βαζάκια με ψιμύθια, κοκκινάδια και λίγο χρυσό για να τονίζει τα χαρακτηριστικά της, για να μην πούμε πως θα τους άρεσε να στολίζονται ακόμη και με τα παραβάν και τσακώνονται μεταξύ τους για το ποιά θα έχει το μακρύτερο σκουφί:

«Το ανδρικό ένδυμα είναι για μεν τους φτωχούς η κάπα, ενώ για τους πλούσιους, το μακρύ κοστούμι με το τεράστιο καλπάκι. Όσο για τις γυναίκες, δεν μπορώ να φανταστώ από πού εμπνεύστηκαν τα μοντέλα τους ώστε να μασκαρεύονται έτσι. Αν ο ξένος ξαφνιάζεται βλέποντας τα εκκεντρικά σεγκούνια με την ψαλιδωτή ουρά, τα ανακατεμένα μαλλιά και το σκουφάκι του βαρυποινίτη που φορούν οι κυρίες του Πέραν, νομίζοντας ότι είναι οι πιο γοητευτικές υπάρξεις του κόσμου, μπορεί, αν θέλει να πάρει μιαν ιδέα από μόδες, να δει τις Μακεδονίτισσες της Σιάτιστας οι οποίες σκεπάζονται μ’ ένα βελούδινο κάλυμμα διακοσμημένο με σιρίτια και κεντημένο με κουρελάκια που σχηματίζουν διάφορες παραστάσεις. Συχνά, ολό­κληρη η πλάτη ενός τέτοιου φορέματος σκεπάζεται από μια κινέζικη γέφυρα, άλλοτε πάλι από κυπαρίσσια, κιόσκια, και πά­ντοτε από κάποιο μεγάλων διαστάσεων αντικείμενο, με τρόπο ώστε ένα δέντρο και μερικά σπίτια να ντύνουν ευπρεπώς μια κυρία, για να μην πούμε πως θα τους άρεσε να στολίζονται α­κόμη και με τα παραβάν μας. Όπως και οι Εβραίες, έτσι κι αυτές κρύβουν τα μαλλιά τους με μια κορδέλα από μουσελίνα, φορώντας από πάνω τη βαρδαριώτικη καλύπτρα όπου στερεώνουν ένα κόκκινο σκουφί, κάτι σαν δίχτυ για τα μαλλιά, διακοσμημένο με τσεκίνια και μπιχλιμπίδια, που τους φτάνει μέ­χρι τα λαγόνια. Με μια τόσο πρωτότυπη περιβολή, πώς να μην πιστέψουν πως είναι αφάνταστα κομψές, αφού τσακώνονται μεταξύ τους για το ποιά θα έχει το μακρύτερο σκουφί, κι είδα μάλιστα μερικές που τους έφτανε μέχρι τον αστράγαλο. Όπως παντού στην Ανατολή, μια Ελληνίδα δεν θα έκρινε τον εαυτό της αρκετά στολισμένο, αν δεν πασάλειβε το λαιμό και το πρό­σωπο της με κόκκινο και άσπρο φτιασίδι, όπου ανακατεύει κι ένα λούστρο τόσο γυαλιστερό ώστε να μπορεί κανείς να καθρεφτίζεται μέσα στη λάμψη της ομορφιάς της. Και σαν να μην ήταν αρκετά τα τόσα θέλγητρα τους, σκορπίζουν επιπλέον εδώ κι εκεί αντί για ελιές αστέρια, φτιαγμένα από χρυσαφένιες πούλιες, λες κι ήταν το ουράνιο στερέωμα. Και δεν υπάρχει μεγάλη κυρία που να μη διαθέτει ανάμεσα στα σύνεργα του καλλωπισμού της, εκτός από τα βαζάκια με τα ψιμύθια και τα κοκκινάδια, λίγο χρυσό για να τονίζει τα χαρακτηριστικά της.»

Οι Γαλάδρες

Στη συνέχεια αναφέρεται στα εκλεκτά εδέσματα, τις περίφημες πίτες, τα ξακουστά κρασιά της Σιάτιστας και στα πλούσια βοσκοτόπια της περιοχής που είναι πλημμυρισμένα από ελάφια, ζαρκάδια, διάφορα είδη κυνηγιού, καθώς και αγριοπέρδικες με εξαιρετικό άρωμα. Μιάμιση λεύγα (σ.σ. 6,5 χμ. περίπου) από την οροσειρά του Βούρινου συναντά τα ερείπια μιας αρχαίας πόλης και εκτιμά ότι εκεί βρίσκονταν  οι Γαλάδρες του Τζέτζη, μια πόλη την οποία ο αρχαίος συγγραφέας εντοπίζει μεν στην Μακεδονία, αλλά, απ’ ό,τι γνωρίζει ο ίδιος ο Φρανσουά, κανένας περιηγητής δεν την είδε ποτέ:

«Σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία παινεύουν τα γλυκίσματα της Σιάτιστας, προπάντων τις πίτες της από φύλλο, που τις στέλνουν ακόμη και στην Ήπειρο. Το ίδιο ξακουστά είναι και τα κρασιά της, και πράγματι είναι, κατά τη γνώμη μου, τα καλύτερα της Μακεδονίας. Η επάνω οροσειρά, που απέχει από τη Σιάτιστα τρία τέταρτα της λεύγας προς τα Α-Ν-Α, ονομάζεται Γέρβενα. Οι κοιλάδες της με τα άφθονα βοσκοτόπια είναι πλημμυρισμένες από ελάφια, ζαρκάδια, διάφορα είδη κυνηγιού, καθώς και αγριοπέρδικες με εξαιρετικό άρωμα. Πέρα απ’ αυτή την πρώτη αλυσίδα ξετυλίγεται η οροσειρά του Βούρινου, πίσω από το οποίο συναντάμε σε απόσταση μιάμισης λεύγας, τα ερείπια μιας ελ­ληνικής πόλης, η οποία πιστεύω ότι ήταν οι Γαλάδρες του Τζέτζη, μια πόλη την οποία ο τελευταίος εντοπίζει μεν στη Μακεδονία, αλλά, απ’ ό,τι γνωρίζω, κανένας περιηγητής δεν την είδε ποτέ. Απομακρύνθηκα απ’ αυτά τα ερείπια για να υπο­λογίσω το συσχετισμό των αποστάσεων μεταξύ Βέντσιων και Αγαλαίων, του χωριού που είχα σαν σημείο αναφοράς για τον προσανατολισμό μου.»

Ο Χαραδραίος λέων

Η διαδρομή συνεχίζεται ασφαλώς, καθώς ο Γάλλος ιστορικός ανακαλύπτει συνεχώς ίχνη που συνδέουν την περιοχή με την μακραίωνη ελληνική αρχαιότητα. Οι ντόπιοι τού φέρνουν νομίσματα του Αλέξανδρου, του Φίλιππου και του Δημήτριου, πράγμα που αποδείκνυε ότι πατούσε μια δοξασμένη από τις τέχνες γη, στην καρδιά της Μακεδονίας:

Η παλιά Κοζάνη (1917)

Η παλιά Κοζάνη (1917)

«Είχα ανακαλύψει κάποια ίχνη που μαρτυρούσαν ότι βρισκόμουν στην πραγματική Πιερία, στην καρδιά της Μακεδο­νίας, αφού ο Λυκόφρων επονομάζει τον Μέγα Αλέξανδρο Χαραδραίο λέοντα. Αν κι ανάμεσα σ’ αυτά τα ερείπια δεν έβρισκα τίποτε που να ικανοποιεί την περιέργεια μου, δεν μπόρε­σα να συγκρατήσω τη χαρά μου όταν έκανα μιαν ολότελα αναπάντεχη ανακάλυψη, μιας και περιπλανιόμουν στην τύχη. Κι οι χωρικοί από την πλευρά τους, μου άνοιξαν κι εκείνοι τα μάτια, όταν μου έφεραν νομίσματα του Αλέξανδρου, του Φίλιππου, του Δημήτριου, πράγμα που αποδείκνυε ότι πατούσα μια δοξασμένη από τις τέχνες γη. Δεν μπόρεσα όμως να της ρίξω παρά μόνον μια βιαστική ματιά, και κάνοντας μια πρόχειρη εκτίμηση της περιοχής, υπολόγισα ότι μεταξύ Αγαλαίων και Βεντσίων, δυο χωριών με εκατό οικογένειες Τούρκων, μεσολαβούν τρεις ώρες δρόμος ανατολικά της Σιάτιστας, και τεσσερισήμισι μέχρι τους Καραγιανναίους, μια πόλη γειτονικά της Πολυανής, των σημερινών Κολιανών, πρώην επισκοπής των Βαρδαριωτών, υπαγόμενης στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, της οποίας όμως δεν βλέπουμε πια παρά μόνον τα ερείπια.»

Με αναπτερωμένο ηθικό και βαδίζοντας πάνω σε πανάρχαια χώματα, η ομάδα του Πουκεβίλ κατευθύνεται προς την κλεισούρα της Κοζάνης:

«Καθώς αυτή η πρώτη εξόρμηση είχε αναπτερώσει το ηθικό μου, πήρα την απόφαση να επιχειρήσω και άλλες εξερευνήσεις, και κατάφερα να μάθω ποιοί δρόμοι καταλήγουν στο Βαρδάρη, και στη Λάρισα της Θεσσαλίας. Οι οδοί αυτές θα με βοη­θήσουν τόσο στην καλύτερη κατανόηση του Τίτου Λίβιου, όσο και στην ερμηνεία ενός μέρους από το τρίτο βιβλίο των σχολίων του Καίσαρα, όταν θα περιγράψω τη Θεσσαλία. Για να φτάσουμε στη διακλάδωση αυτής της διπλής οδού, θα πρέπει, βγαίνοντας από τη Σιάτιστα να πορευτούμε μιάμιση λεύγα πάνω στις πλευρές του όρους Βούρινου, διασχίζοντας ένα πετρώδες και κατάφυτο από αμπέλια έδαφος, χωρίς να διακρίνουμε κανένα χωριό στον ορίζοντα. Σε κάθε βήμα του σχεδόν πάνω σ’ αυτά τα πανάρχαια χώματα νιώθει κανείς κάποια συγκίνηση, και παρόλο που εγώ βρισκόμουν μέσα στην έ­ρημο, ανακάλυπτα αντικείμενα σημαδεμένα από τόσες πολλές αναμνήσεις, ώστε ακόμη και με τη φαντασία μου δεν κατάφερνα να εξηγήσω, πώς μπόρεσαν τόσα πολλά αξιομνημόνευτα γεγονότα να συντελεστούν διαδοχικά πάνω σ’ έναν τόσο περιορισμένο χώρο;»

Πλησιάζοντας στην Κοζάνη

Η πορεία συνεχίζεται σε έναν μάλλον ευκολοδιάβατο δρόμο, περιστοιχισμένο από γυμνά ασβεστολιθικά πετρώματα και οι ταξιδιώτες κατηφορίζουν στην πεδιάδα του Σαριγούλ, έναν αχανή άδενδρο και άνυδρο κάμπο, τον οποίο διασχίζουν χωρίς ν’ αντικρίσουν τίποτε άλλο εκτός από δυο απομονωμένα, και σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους χωριά. Πλησιάζοντας στην Κοζάνη, μια πόλη 2.500 κατοίκων, η εικόνα αλλάζει και διανθίζεται από αμέτρητες καλύβες όπου κατοικούν λιτοδίαιτοι Κονιάρηδες Μωαμεθανοί:

«Βρισκόμουν τώρα στην απόσταση όπου αρχίζει η κλεισούρα της Κοζάνης, που ήταν άλλοτε η οδός προς την Πέλλα, ένα επικίνδυνο μονοπάτι, στην αρχή του οποίου συναντάμε ένα στρατιωτικό φυλάκιο. Αυτός ο ερημικός, περιστοιχισμένος από γυμνά ασβεστολιθικά βουνά δρόμος, όπου βαδίζει κανείς επί δυο λεύγες, είναι παντού ευκολοδιάβατος για τα καραβάνια που διακινούν το εμπόριο μεταξύ της εδώθε του Αξιού Μακε­δονίας και της Θεσσαλίας. Μόλις ξεφύγουμε από τις στροφές του κατηφορίζουμε προς την πεδιάδα του Σαριγούλ, έναν αχανή άδενδρο και άνυδρο κάμπο, τον οποίο διασχίζουμε επί δύο λεύγες, χωρίς ν’ αντικρίσουμε τίποτε άλλο εκτός από δυο απο­μονωμένα, και σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους χωριά. Πλη­σιάζοντας όμως στην Κοζάνη, το σκηνικό αλλάζει, η εικόνα ζωντανεύει και διανθίζεται από αμέτρητες καλύβες όπου κα­τοικούν Κονιάρηδες Μωαμεθανοί, που ζουν με την ίδια λιτότητα όπως και στο χρυσούν αιώνα, χαίρονται τα γεννήματα τους, χαίρονται τα κοπάδια τους, είναι ικανοποιημένοι από τα καλύβια τους, και δεν ζητούν τίποτε άλλο από τον ουρανό παρά μόνον την ευλογία του και ειρηνικές ημέρες.»

Αναφέρεται ακόμη η κωμόπολη Μπάνια, με εκατόν είκοσι οικογένειες Χριστιανών:

«Πριν προχωρήσω περισσότερο, και παρουσιάσω την ανα­τολική πλαγιά του Βερμίου, θα προσθέσω απλώς ότι σε απόσταση μιας λεύγας από την είσοδο της κλεισούρας που προα­νέφερα, αν ανεβούμε προς τα Β-Β-Α, συναντάμε τη Μπάνια, μια κωμόπολη με εκατόν είκοσι οικογένειες Χριστιανών, και τρεις λεύγες πιο πάνω τον Βρουτό. Πέρα απ’ αυτό το ποτάμι κι ακολουθώντας μια κατά προσέγγιση ανατολική κατεύθυνση, σε μια απόσταση τριών λευγών από τις όχθες του, μπαίνουμε στη Φλώρινα, ένα σημείο στο οποίο σκοπεύω να προσαρτήσω αργότερα και άλλα οδοιπορικά. Η Κοζάνη, μια πόλη δυόμισι χιλιάδων κατοίκων, δεν έχει να επιδείξει τίποτε το αξιόλογο από αρχαιολογική άποψη. Τέσσερις λεύγες από εδώ, αν στρίψουμε Ν-Ν-Δ, θα βρεθούμε στο Βαντσικό, όπου ζουν διακόσιες οικογένειες Βουλγάρων, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι κιρατζήδες, δηλαδή νοικιάζουν άλογα για τη μεταφορά φορτίων.

Αιανή

Χάλκινο αλογάκι με ιππέα από ανασκαφή της Αιανής

Χάλκινο αλογάκι με ιππέα από ανασκαφή της Αιανής

Στην Καλλιανή (Αιανή) ζουν εξήντα χριστιανικές οικογένειες, επιδιδόμενες στην καλλιέργεια της ζαφοράς (σ.σ. το φυτό κρόκος). Σήμερα, ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών Κοζάνης που ιδρύθηκε το 1971, απαρτίζεται από 1600 μέλη και η έδρα του βρίσκεται στο χωριό Κρόκος, 5 χιλιόμετρα νότια της πόλης της Κοζάνης:

«Εκεί κοντά είναι και το χωριό Καλλιανή, όπου ζουν εξήντα χριστιανικές οικογένειες, επιδιδόμενες στην καλλιέργεια της ζαφοράς, η οποία εξάγεται μέχρι την Ουγγαρία. Ένα μίλι πιο κάτω, περνάμε μ’ ένα πορθμείο στην απέναντι όχθη του Αλιάκμονα ή Ιντζέ-Καρασού κι έπειτα ανηφορίζουμε από ένα κακοτράχαλο μονοπάτι, χα­ραγμένο πάνω σε απόκρημνες λοφοπλαγιές, οι οποίες απλώνονται κλιμακωτά μέχρι τα Σέρβια, μιαν επισκοπή υπαγόμενη στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης.

Η απόσταση από την Κοζάνη ως τα Σέρβια είναι τέσσερις ώρες πεζοπορίας ώσπου να επιβιβαστούμε στο πέραμα που θα μας μεταφέρει στην αντικρινή όχθη του Αλιάκμονα, κι από εκεί, αφού ανηφορίσουμε επί ένα τέταρτο της ώρας θα φτάσουμε σ’ αυτή την πόλη. Βρισκόμαστε τώρα στην αρχαία επικρά­τεια των Βοττιαίων, που αποτελούσε ένα τμήμα της Πιερίας, αφού είναι πολύ πιθανόν οι Βυζαντινοί να έσφαλαν δίνοντας αυτό το ιστορικό όνομα στα βουνά γύρω από την Οχρίδα. Η επισκοπή αυτής της πόλης έχει στη δικαιοδοσία της τριάντα έξι κωμοπόλεις ή χωριά, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται και η Κοζάνη

Στο Βελβενδό

Αγρότες με γαϊδούρια φορτωμένα  ροδάκινα στο παλιό Βελβεντό

Αγρότες με γαϊδούρια φορτωμένα ροδάκινα στο παλιό Βελβεντό

Η κωμόπολη του Βελβεντού εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το Γάλλο περιηγητή. Η παρουσία των Οθωμανών θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη σχεδόν, αν δεν υπήρχαν εκεί ένας βοεβόδας, ένας καδής και δυο απεσταλμένοι του Αλή Πασά, για να θυμίζουν στους Έλληνες πως η πατρίδα τους είναι σκλαβωμένη. Οι εύρωστοι, εργατικοί και διψασμένοι για μάθηση Βελβενδιώτες ίδρυσαν δύο σχολεία και λίγο αργότερα (1815) Βιβλιοθήκη που  συντηρούσε η ακμαία και παραγωγική κοινότητα:

«Δυο λεύγες μετά από τα Σέρβια, αν συνεχίσουμε να βαδί­ζουμε κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Αλιάκμονα, θα φτά­σουμε στο Βελβενδό, μια κωμόπολη με τετρακόσιες είκοσι οκτώ εστίες, σε απόσταση μισής ώρας από το ποτάμι. Φαίνεται πως οι ουρανοί ευλόγησαν αυτό τον τόπο, και τον προφύλαξαν από την τόση αναρχία. Δεν είναι σπάνιο να δεις να κάθονται γύρω από την ίδια εστία είκοσι ίσως και τριάντα άτομα από το ίδιο σόι. Πατεράδες, μανάδες, γιοί, εγγονοί, μικρανηψιοί που υπηρετούν τον ίδιο Θεό, μιλούν ένα κοινό ιδίωμα, ασκούν ειρηνικά επαγγέλματα, και προσφέρουν στα μάτια του ταξιδιώτη μιαν αντιπροσωπευτική εικόνα των πατριαρχικών η­θών, το πρότυπο των όποιων έχει πλέον εκλείψει από τη γηραιά Ευρώπη. Καταμεσής στην αρχαία Πιερία, οι εύρωστοι, εργατικοί, διψασμένοι για μάθηση Βελβενδιώτες έχουν να επιδείξουν ένα θέαμα που δεν το συναντάς πουθενά αλλού.

Δίπλα στα καλοκαλλιεργημένα χωράφια, που παράγουν όλα τα γνωστά είδη σιτηρών, ευδοκιμούν αμπέλια, ελιές, κι αναρίθμητα οπωροφόρα δέντρα. Το λινάρι και το λάδι αποτελούν εμπορεύσιμα είδη, ενώ το μπαμπάκι που το γνέθουν οι γυναίκες, ή το μετατρέπουν σε ύφασμα για προσώπια ή φλοκωτές, όπως τις λένε, εξάγεται μέχρι και την Κωνσταντινούπολη. Οι νερόμυλοι, τόσο μέσα όσο κι έξω από την πόλη, καθώς και τρεις μύλοι για την παραγωγή λινέλαιου, συμβάλλουν στον πλούτο πολλών σπιτικών. Καθώς η εργατικότητα είναι μητέρα της ευημερίας, οι κάτοικοι του Βελβενδού ίδρυσαν εδώ σχο­λεία, συντηρούμενα από την κοινότητα. Εδώ, οι μικροί νεοφώ­τιστοι της ελευθερίας, του αιώνιου εκείνου πόθου του ελληνι­κού λαού, μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή, χρησιμοποιώντας τους χαρακτήρες που εφεύρε ο Κάδμος. Σ’ ένα άλλο σχολείο οι έφηβοι διδάσκονται τη γλώσσα του Ομήρου και του Θουκυδίδη, και το 1815 οι κάτοικοι του Βελβενδού τόλμησαν ως και να συστήσουν εδώ μια βιβλιοθήκη.»

Το βασικό προϊόν του Συνεταιρισμού είναι τα φημισμένα ροδάκινα Βελβεντού Τα τελευταία χρόνια ο Συνεταιρισμός συνεργάζεται με τον ΑΣΕΠΟΠ ΤΥΡΝΑΒΟΥ και διαχειρίζεται ποσότητα των ροδάκινων, νεκταρινιών, και αχλαδιών του. Επίσης, συνεργάζεται με παραγωγούς από το Τοιχιό Καστοριάς, οι οποίοι προσκομίζουν την παραγωγή τους στον ΑΣΕΠΟΠ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ με σύνολο παραγωγής και των δύο, περίπου τα 500.000 κιλά.

Το βασικό προϊόν του Συνεταιρισμού είναι τα φημισμένα ροδάκινα Βελβεντού Τα τελευταία χρόνια ο Συνεταιρισμός συνεργάζεται με τον ΑΣΕΠΟΠ ΤΥΡΝΑΒΟΥ και διαχειρίζεται ποσότητα των ροδάκινων, νεκταρινιών, και αχλαδιών του. Επίσης, συνεργάζεται με παραγωγούς από το Τοιχιό Καστοριάς, οι οποίοι προσκομίζουν την παραγωγή τους στον ΑΣΕΠΟΠ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ με σύνολο παραγωγής και των δύο, περίπου τα 500.000 κιλά.

 

Στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν συνολικά δέκα χωριά που κατοικούνταν από Κονιάρηδες εποίκους. Σύμφωνα με όσα γράφει ο Πουκεβίλ, κάθε Κυριακή οι Τούρκοι Κονιάρηδες του βιλαετίου της Τσερτσάμπας στέλνουν στα Σέρβια τρεις ιχτιάρηδες, δηλαδή γέροντες, που από κοινού με ισάριθμους Έλληνες άρχοντες, εκλεγμένους κάθε χρόνο από το λαό, εξετάζουν τις υποθέσεις και ακούν τα αιτήματα των κατοίκων του βιλαετίου:

«Έτσι έχουν τα πράγματα σ’ αυτή την πόλη, η οποία, σε θρησκευτικό μεν επίπεδο υπάγεται στον ευσεβέστατο επίσκοπο Σερβίων, ενώ σε επίπεδο δημόσιας διοίκησης εντάσσεται στο βιλαέτι της Τσερτσάμπας ανατολικά του Αλιάκμονα, απ’ όπου εκτείνεται μέχρι τη λίμνη Σαριγούλ. Στο Βελβενδό, η παρουσία των Τούρκων θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη σχεδόν, αν δεν υπήρχαν εκεί ένας βοεβόδας, ένας καδής και δυο απεσταλμένοι του Αλή Πασά, για να θυμίζουν στους Έλληνες πως η πατρίδα τους είναι σκλαβωμένη. Κάθε Κυριακή οι Τούρκοι Κονιάρηδες του βιλαετίου της Τσερτσάμπας στέλνουν στα Σέρβια τρεις ιχτιάρηδες, δηλαδή γέροντες, που από κοινού με ισάριθ­μους Έλληνες άρχοντες, εκλεγμένους κάθε χρόνο από το λαό, εξετάζουν τις υποθέσεις και ακούν τα αιτήματα των κατοίκων του βιλαετίου. Είναι σπάνιο να μην μπορέσουν να καταλήξουν σε μια δικαστική απόφαση, κι ακόμη πιο σπάνιο να εμπλακούν σε θυελλώδεις συζητήσεις. Μετά τη συνεδρίαση, οι δικαστές και των δυο θρησκειών πηγαίνουν άλλος στην εκκλησία, κι άλλος στο τζαμί. Ο Αιώνιος Θεός έχει διαφυλάξει την Πιερία από τη μάστιγα των θρησκευτικών έριδων.”

Παρ’ όλα τα προηγούμενα, το Βελβεντό και η γύρω περιοχή λεηλατήθηκαν το 1823 από τον πασά της Θεσσαλονίκης, μετά την έκρηξη του Απελευθερωτικού Αγώνα των Ελλήνων. Έχει σημασία να επισημάνουμε ότι πολλά από όσα αναφέρονται για το Βελβεντό ισχύουν εν πολλοίς  και σήμερα, αν και έχουν περάσει  δυο ολόκληροι αιώνες. Η κοινοτική παράδοση είναι πραγματικά ζωντανή και οι Βελβεντινοί προόδευσαν τόσο στα γράμματα όσο και στις παραγωγικές εργασίες, όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος με μιά απλή επίσκεψη στην κωμόπολη. Οι δυο συνεταιρισμοί του Βελβεντού είναι πραγματικά παράδειγμα προς μίμηση και από τους ελάχιστους πανελλαδικώς που παρέμειναν παραγωγικοί και υγιείς, χωρίς να αλωθούν από το πελατειακό κράτος.

Κοντολογής, αν η αγροτική και παραγωγική ανάπτυξη της χώρας είχε ακολουθήσει παρόμοιους δρόμους, κυριολεκτικά η μορφή της χώρας θα ήταν διαφορετική. Αυτό το διαπιστώνουμε βεβαίως εκ των υστέρων, υπήρξαν ωστόσο από εκείνη την εποχή αρκετοί που υποστήριξαν τεκμηριωμένα ένα σχέδιο παραγωγικής και εθνικής ανόρθωσης του νεοσύστατου κρατιδίου, το οποίο θα έλυνε εκ των πραγμάτων και το περίφημο ανατολικό ζήτημα, καθώς θα ισχυροποιούσε οικονομικά και κυρίως δημογραφικά την Ελλάδα. Ατυχέστατα, ο Καποδίστριας, παρά τα θρυλούμενα και τις αγαθές του προθέσεις, δεν κατάφερε ουσιαστικά τίποτα. Η χώρα παρέμεινε, με ελάχιστες εξαιρέσεις στην εποχή του Ησίοδου, και το νόστιμο είναι ότι ακόμα και σήμερα, με τέτοιες δυνατότητες της τεχνολογίας, η χώρα δεν παράγει  επαρκώς αγροτικά προιόντα, ικανά να θρέψουν τον πληθυσμό της.

Το Βελβεντό, μέχρι το 2010, αποτελούσε ανεξάρτητο δήμο. Με το διαβόητο σχέδιο Καλλικράτης προχώρησε η υποχρεωτική ένταξη της κωμόπολης στο δήμο Σερβίων, παρά τη διαφωνία και τις δυναμικές αντιδράσεις των κατοίκων της.

Σε δημοψήφισμα που οργάνωσε η τότε δημοτική αρχή,  2.237 πολίτες (ποσοστό 95,64%) ψήφισαν κατά της συνένωσης με το δήμο Σερβίων, και την πλήρη αποχή από τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του Νοέμβρη. Το ζήτημα, όσο γνωρίζουμε, παραμένει ανοιχτό και συνεχίζει να απασχολεί έντονα την τοπική κοινωνία. Νομίζουμε η Πολιτεία θα πράξει φρονίμως, αν αφήσει τους Βελβεντινούς στην ησυχία τους. Τα κατάφεραν μια χαρά υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, τουλάχιστον διακόσια χρόνια τώρα. Δικαιούνται να συνεχίσουν την πορεία τους στην ιστορία ως αυτόνομος δήμος.

Διαβάστε την υπόλοιπη έρευνα:

Μέρος Ι

Μέρος ΙΙΙ

Η γελαστή γη της Μακεδονίας [Περιηγήσεις του Καρόλου Πουκεβίλ στη Βόρεια Ελλάδα, αρχές 19ου αι.] (Ι)

[Πηγή]

Ο Φρανσουά – Σαρλ – Υγκ – Λοράν Πουκεβίλ (γαλλιστί François Charles Hugues Laurent Pouqueville, 1770-1838), ήταν Γάλλος, ιατρός, περιηγητής, διπλωμάτης, ιστορικός συγγραφέας, ακαδημαϊκός και  σημαντικός φιλέλληνας.

Γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1770 στο Μερλερό (Merlerault) του νομού Ορν της Νορμανδίας. Σπούδασε για ένα διάστημα στην ιερατική σχολή του Λιζιέ, παραιτήθηκε όμως όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, η οποία άλλαξε τα αρχικά του σχέδια (ήτις διέθεσεν άλλως πώς τας προθέσεις αυτού). Λίγο αργότερα, εργάστηκε ως βοηθός Δημάρχου στην πόλη  Μονμαρσέ και σπούδασε μάλλον στα γρήγορα ιατρική στο Παρίσι (μόλις αποπερατώσας), με καθηγητή τον γνωστό ιατρό Αντουάν Ντυμπουά. Στη συνέχεια ενήργησε και επέτυχε να προσληφθεί ως χειρουργός – βοηθός σε επιστημονική αποστολή που συνόδευσε τον Μεγάλο Ναπολέοντα κατά την εκστρατεία του στην Αίγυπτο.

Τότε συνέγραψε και την πρώτη του μελέτη για την πανώλη στηριζόμενος σε προσωπικές παρατηρήσεις. Λίγο μετά, ασθένησε σοβαρά, έλαβε αναρρωτική άδεια και προσπάθησε να επιστρέψει στη Γαλλία με το εμπορικό πλοίο «Παναγία του Μαυροβουνίου»· το σκάφος κατελήφθη από Αλγερινούς πειρατές στη περιοχή της Καλαβρίας και ο ίδιος μεταφέρθηκε σιδηροδέσμιος μέσω του Ναβαρίνου στην Τριπολιτσά όπου και κρατήθηκε αιχμάλωτος δέκα περίπου μήνες, λόγω του Γαλλοτουρκικού πολέμου.

Στο διάστημα αυτό, παρείχε εξαίρετες ιατρικές υπηρεσίες στο Βαλή του Μωρέα Μουσταφά πασά ο οποίος όμως, το 1798, τον έστειλε πεσκέσι στην Κωνσταντινούπολη όπου και ρίχτηκε στην τρομερή φυλακή του Γεντί Κουλέ. Παρέμεινε στην ειρκτή για δύο χρόνια και απελευθερώθηκε το 1801, μετά από παρέμβαση του Γάλλου πρέσβη. Όσο ήταν στη φυλακή, ο Πουκεβίλ προσπάθησε να μάθει την ελληνική γλώσσα στην οποία και συνέθεσε στίχους εμπνευσμένος από την αγάπη του για την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, συνέγραψε αναμνήσεις και εντυπώσεις από την Πελοπόννησο και μετάφρασε αρχαίους Έλληνες συγγραφείς (τον αρχαίο Έλληνα ποιητή Ανακρέοντα στα Γαλλικά).

Ο Φρανσουά - Σαρλ – Υγκ – Λοράν Πουκεβίλ (1770 -1838) Portrait of François Pouqueville, Henriette Lorimier (1775-1854)

Ο Φρανσουά – Σαρλ – Υγκ – Λοράν Πουκεβίλ (1770 -1838)

Όταν βγήκε από τα περιβόητα μπουντρούμια της Κωσταντινούπολης, γύρισε στο Παρίσι όπου εγκαταλείποντας πλέον την ιατρική επιδόθηκε στην συγγραφή και εξέδωσε το πρώτο σημαντικό βιβλίο του «Ταξίδια εις Μωρέα, Κωνσταντινούπολιν, Αλβανίαν και πολλά άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τα έτη 1798-1801». Το έργο εκδόθηκε το 1805 και έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στους αναγνωστικούς κύκλους, καθώς λόγω του ρομαντισμού και του φιλλεληνικού κινήματος υπήρχε έντονο ενδιαφέρον για τον ελλαδικό χώρο, ειδικά για τις ιστορικά φορτισμένες γεωγραφικές περιοχές. Το περισπούδαστο πόνημά του λειτούργησε τελικώς ως εισιτήριο για το διπλωματικό σώμα. Ο προνοητικός Πουκεβίλ το αφιέρωσε στον αυτοκράτορα Ναπολέοντα και ο Βοναπάρτης τον διόρισε γενικό πρόξενο παρά τον Αλή πασά στα Ιωάννινα.

Η αποδεδειγμένη πολυμάθεια, η ανθρωπογνωσία του και οι πολύτιμες εμπειρίες του ελήφθησαν οπωσδήποτε υπόψιν όταν ανέλαβε πρόξενος στην αυλή του θηρίου των Ιωαννίνων. Σπουδαστής ιερατικής σχολής, ιατρός, πολυταξιδεμένος, με ιδία πείρα της βίας και του πολέμου, αιχμάλωτος πειρατών, έγκλειστος για δυο χρόνια στο Γεντί Κουλέ, ρέκτης και τολμηρός, ο Φρανσουά γνώριζε όσο λίγοι το φρόνημα των πληθυσμών και ήταν ίσως ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να σταθεί δίπλα στον βάρβαρο νεωτεριστή Αλβανό πασά με τις δυο ιππουρίδες (αλογουρές).

Υπηρέτησε στη θέση αυτή από το 1805 μέχρι το 1815, όταν ανακλήθηκε μετά την αποκατάσταση της Βασιλείας στη Γαλλία. Στις διηγήσεις του αναφέρεται σε γεγονότα και καταστάσεις μεταξύ 1740 μέχρι 1824 περίπου, ωστόσο οι ιστορικές και βιβλιογραφικές του αναφορές φτάνουν μέχρι την εποχή των Πελασγών. Όσα θα δούμε στη συνέχεια βασίζονται σε σημειώσεις που κράτησε την άνοιξη του 1806, 15 χρόνια πριν ξεσπάσει η ελληνική Επανάσταση.

Ο Πουκεβίλ τιμήθηκε από τον βασιλέα Όθωνα με το παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος, αρνήθηκε όμως να το παραλάβει, «ίνα μη  ο κόσμος πιστεύση ότι υπέρ του παρασήμου αγωνίσθην και όχι υπέρ της ελευθερίας και της φιλανθρωπίας». Το 1827 εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Πέθανε στο Παρίσι σε ηλικία 68 ετών στις 20 Δεκεμβρίου του 1838. Στο μνήμα του -βρίσκεται στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς (Παρίσι)- έχει χαραχθεί το ακόλουθο δίγλωσσο επίγραμμα (στην ελληνική και γαλλική):

«Με τα γραπτά του συνέβαλε δυναμικά στην επιστροφή της αρχαίας τους ιθαγένειας, στους καταπιεσμένους Έλληνες».

Το Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο) στην Κωνσταντινούπολη, 2006

Το Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο) στην Κωνσταντινούπολη, 2006

Θα ακολουθήσουμε παρακάτω τη διαδρομή του Πουκεβίλ καθώς απομακρύνεται από την Καστοριά:

«Αφού ταξινόμησα τις σημειώσεις μου, και βλέποντας ότι δεν θα είχα τη δυνατότητα να κάνω άλλες εξορμήσεις στα περίχωρα της Καστοριάς, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να εγκαταλείψω εκείνη την πόλη. Η περίοδος χάριτος είχε πλέον παρέλθει, και μην έχοντας άλλα δώρα να προσφέρω στον Αγιάν, έκρινα ότι ήμουνα ήδη αρκετά τυχερός που είχα καταφέρει να εξασφαλίσω ταχυδρομικά άλογα, και θα μπορούσα έτσι να συ­νεχίσω την πορεία μου προς τη Σιάτιστα».

Σε αυτό το σημείο, όπως κάνει συχνά, ανοίγει μια ενδιαφέρουσα παρένθεση για τους Γκέμπρους Βαρδαριώτες, για τους οποίους είχε μιλήσει ήδη αναφερόμενος στην υποδοχή και τη φιλοξενία του από τους μπέηδες της Ανασελίτσας.  Εντυπωσιάστηκε μάλιστα από τη γλεντζέδικη ζωή τους, την γενναιοδωρία, την ευγένεια και τη φιλοξενία των τέκνων αυτών της Ασίας. Οι Βαρδαριώτες του Βογατσικού είναι κυρίως Χριστιανοί και βιοπορίζονται ως μάστορες και χτίστες:

«Είχα μόλις συντελέσει μια σπουδαία γεωγραφική κατάκτηση εξερευνώντας μια νέα, για την επιστήμη χώρα, κι ανασύροντας μέσα από τη σκόνη κάποιων αρχαίων πόλεων, τους Γκέμπρους Βαρδαριώτες, εγκατεστημένους στη Μακεδονία ήδη από τον 8ο μ.Χ. αιώνα, ενώ τώρα απομακρυνόμουνα έχοντας κατά νου και άλλες ανακαλύψεις.

Γεμάτος προσδοκίες, ξαναγύρισα μέχρι τη γέφυρα της Σμιγής, απ’ όπου περπάτησα τέσσερις λεύγες ακολουθώντας τους καταπράσινους πρόποδες του Βερμίου, μέχρι την κωμόπολη Βογατσικό, στην οποία καταφύγαμε βλέποντας ότι ερχόταν καταιγίδα, που πράγματι δεν άργησε να ξεσπάσει. Από τους κατοίκους, που είναι Βαρδαριώτες στην καταγωγή τους αλλά έχουν παραμείνει Χριστιανοί, πληροφορήθηκα ότι είναι όλοι, από γενιά σε γενιά κτίστες, κι ότι ασκούν την τέχνη τους τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στις σπουδαιότερες πόλεις της αυτοκρατορίας, όπου μετακαλούνται συχνά κατόπιν υψηλής εντολής, όπως οι Σουτεράνοι της Λοντζιαρίας. Καθώς ήταν πολυταξιδευμένοι, πολλοί απ’ αυτούς ήταν και γλωσσομαθείς, κι η οικοδέσποινα μου, γυναίκα κάποιου μάστορα (κτίστη), μου κουβέντιαζε στα γαλλικά, που τα είχε μάθει σ’ ένα σπίτι στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης, όπου ήταν παραμάνα των παιδιών προτού γίνει σύζυγος ενός Μακεδόνα».

Το όρος Βέρμιο και σημερινός χάρτης της περιοχής

Το όρος Βέρμιο και σημερινός χάρτης της περιοχής

Σύμφωνα με τις πηγές που παραθέτει ο Γάλλος περιηγητής, τον 8ο μ.Χ αι. δεκατέσσερις ή τριάντα χιλιάδες Πέρσες με  αρχηγό τους τον Θεόφοβο εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για να γλιτώσουν από τους Οθωμανούς και έγιναν δεκτοί ως μισθοφόροι από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο (829-842). Ο Θεόφοβος είχε καταγωγή  από τους Σασσανίδες Πέρσες, ήταν όμως  Χριστιανός και είχε ανατραφεί μέσα στο παλάτι του Βυζαντίου:

«Η εγκατάσταση στις όχθες του Αξιού των Βαρδαριωτών, από τους οποίους πήρε και το όνομά του ο ποταμός που λέγεται σήμερα Μπαρντάρ, ή Βαρδάρης, φαίνεται ότι χρονολογείται στην εποχή της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842). Δεκατέσσερις χιλιάδες Πέρσες, σύμφωνα με το Λέοντα το Γραμματικό (Περσών χιλιάδων ιδ’ μας λέει ο Θεοφάνης), ή τριάντα χιλιάδες, σύμφωνα με το Ζωναρά (II, 151 Β) εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για να γλιτώσουν από τους Μωαμεθανούς.»

Με τη δύναμη των όπλων, οι πολυάριθμοι μισθοφόροι εξεγείρονται και επιχειρούν να στέψουν αυτοκράτορα του Βυζαντίου τον αρχηγό τους Θεόφοβο· εκείνος όμως ανέτρεψε τα σχέδια τους και κατέφυγε στο στρατόπεδο του αυτοκράτορα:

«Οι άνθρωποι αυτοί, που είχαν τα ελαττώματα τόσο των φανατικών όσο και των μισθοφόρων, αφού προηγουμένως έγιναν αποδεκτοί από την ελληνική αυτοκρατορία, θέλησαν κατόπιν να εξεγερθούν κατά του μονάρχη εκείνου, στο στρατό του οποίου υπηρετούσαν, και να ανεβάσουν στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης τον αρχηγό τους Θεόφοβο, τον καταγόμενο από τους Σασσανίδες, ο οποίος ήταν Χριστιανός και είχε ανατραφεί μέσα στο παλάτι του Βυζαντίου. Ο Θεόφοβος ανέτρεψε τα σχέδιά τους γιατί κατέφυγε στο στρατόπεδο του αυτοκράτορα, ο οποίος αμνήστευσε μεν τους επαναστάτες, αλλά διέλυσε τον υπερβολικά πολυπληθή για την ησυχία του κράτους στρατό τους: Ους διένειμεν εν τοις θέμασι κατασκηνώσας, λέει ο Λέων ο Γραμματικός, και εις τούρμας αποκαταστήσας, οι (ίσως πρέπει να διαβαστεί αι) μέχρι του νυν λέγονται Περσών. Ο πατήρ Γκοάρ μεταφράζει: Quibus per turmas divisis in diversis regionibus assignavit habitationes, qui usque hodie Persarum turmae appellantur. O ίδιος συγγραφέας, στα Σχόλια του για τον Κοδίνο (De Off. Aulae Constantinopoiitanae, έκδ. Παρίσι 1648, fol., σελ.75, κεφ. Βαρδαριώται), λέει ότι οι Βαρδαριώτες ήταν περσικής καταγωγής: Persarum antiquum genus a Theopliilo imperatore circa Bardarium Macedoniae fluvium, Αξιόν prius dictum, ex Zonara translatant a fluvio nomen accepit.

Και άλλες μαρτυρίες αναφέρονται στη διασπορά των Γκέμπρων Βαρδαριωτών σε βυζαντινά θέματα:

«Ο Ζωναράς μας δίνει και άλλες λεπτομέρειες (II. 151. Β.): Και οι Πέρσαι δε συγγνώμης πάντες ηξιώντο, και ουδέν τι αυτούς επενήνεκτο έτερον, ή ουχ εμού πάντες είναι ειάθησαν, άλλες μυριάδας συναγόμενοι τρεις διηρέθησαν, και διεσπάρησαν, και εκάστω θέματι χιλιάδες δύο απενεμήθησαν, ως τοις των θεμάτων στρατηγοίς και υποκείσθαι και πείθεσθαι.»

Οι Βαρδαριώτες, και όσοι ήταν ή παρέμειναν Χριστιανοί, μιλούσαν την ταταρική γλώσσα ενώ οι Σασσανίδες μιλούσαν την παχλαβική:

«Κατόπιν αυτού, είναι δύσκολο να εξηγήσουμε πώς μιλούσαν την ταταρική τουρκική αυτοί οι τριάντα χιλιάδες Γκέμπροι, που είχαν για επίσκοπο τους τον ιεράρχη της Πολυανής (της σημερινής Κόλιανης, μιας ερειπωμένης πόλης κοντά στην Καρά-Βέρροια), έναν ιεράρχη ο οποίος ανήκε στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης (Oriens Christianus), αφού εγώ ο ίδιος είδα ότι υπήρχαν μεταφρασμένα στη γλώσσα αυτή χωρία του ευαγγελίου τα οποία εκείνοι χρησιμοποιούσαν όταν ήταν Χριστιανοί;»

Το πιο πιθανό, συνεχίζει ο ίδιος, είναι να κατάγονται από τουρκμενικά φύλα, γι’ αυτό και διατήρησαν την ταταρική γλώσσα, αν και υιοθέτησαν τη λατρεία της φωτιάς και τη θρησκεία των Περσών:

«Υπάρχει όμως η εξής εξήγηση: η γλώσσα των Σασσανιδών, από τους οποίους κατάγονταν, ήταν η παχλαβική, κι αυτό το γνωρί­ζω καλά. Όμως ο Κοδίνος (σελ.56) μας λέει ότι οι Βαρδαριώτες συγχαίρονταν τον αυτοκράτορα είτε στα τουρκικά είτε στα περσικά, και αναφέρει μάλιστα ότι, σε κάποια γιορτή, «μετά γουν το πάντας του παλατίον πολυχρονίσαι κατά την τάξιν αυτών, μέχρι και των Βαρδαριωτών, κατά τον πάτριον και τούτων φονήν (διάβαζε φωνήν) εισέρχονται και οι ψάλται.

Δεν θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι αυτοί οι τριάντα χιλιάδες πολεμιστές κατάγονταν από τα τουρκμενικά φύλα, τα οποία, αν και υιοθέτησαν τη λατρεία της φωτιάς και τη θρησκεία των Περσών, είναι πιθανόν να διατήρησαν τη δική τους γλώσσα, γιατί οι λέξεις Πέρσαι, Περσιστί, Αραβιστί, Τουρκιστί είναι συνώνυμες για τους Βυζαντινούς, οι οποίοι έγραφαν χωρίς πολλή σκέψη και κρίση. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε από το Βογατσικό πριν ακόμη σταματήσει η βροχή, και διασχίσαμε τους αμπελώνες που απλώνονται μέχρι ένα σταυροδρόμι σε απόσταση μισής λεύγας από εκεί. Σ’ αυτό το σημείο πρόσεξα ότι υπήρχε ένας μεγάλος σταυρός, στημένος ακριβώς εκεί όπου διασταυρωνόταν ο δρόμος μας με κάποιο άλλο μονοπάτι το οποίο διατρέχει την ανα­τολική πλευρά του βουνού, και καταλήγει σε δυο χωριά αγνώστου ονόματος.» Τουλάχιστον κατά την περίοδο των Παλαιολόγων, φαίνεται να έχουν καθήκοντα αστυνομικής  δύναμης στο παλάτι και δεν συγκροτούν αμιγώς στρατιωτική μονάδα

Σύμφωνα με άλλους, οι Βαρδάροι είναι Ούγγροι και συχνά αναφέρονται ως Τούρκοι από τους Βυζαντινούς, πετυχαίνουν την εγκατάστασή τους στην περιοχή της Αμφαξίτιδος ( ή Αμφαξία ή Αμφίτις Παιονία είναι μια περιοχή που περιλαμβάνει την κοιλάδα του κάτω ρου του Αξιού)  και έκτοτε ο ποταμός Αξιός ονομάζεται Βαρδάρης. Οι Βαρδάροι ή Βαρδαριώτες όπως είναι αλλιώς γνωστοί, είναι ολιγάριθμοι και γρήγορα αφομοιώνονται και εξελληνίζονται από τον ντόπιο πληθυσμό.

Οι Γκέμπροι Βαρδαριώτες εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία ήδη από τον 8ο μ. Χ. αιώνα. Η εγκατάσταση των Βαρδαριωτών στις όχθες του Αξιού, από τους οποίους πήρε και το όνομά του ο ποταμός που λέγεται σήμερα Μπαρντάρ ή Βαρδάρης, φαίνεται ότι χρονολογείται την εποχή της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842). Δεκατέσσερις χιλιάδες Πέρσες, σύμφωνα με το Λέοντα το Γραμματικό, ή τριάντα χιλιάδες, σύμφωνα με το Ζωναρά, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για να γλιτώσουν από τους Μωαμεθανούς.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σσ.74-76)

Οι Γκέμπροι Βαρδαριώτες εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία ήδη από τον 8ο μ. Χ. αιώνα. Η εγκατάσταση των Βαρδαριωτών στις όχθες του Αξιού, από τους οποίους πήρε και το όνομά του ο ποταμός που λέγεται σήμερα Μπαρντάρ ή Βαρδάρης, φαίνεται ότι χρονολογείται την εποχή της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842). Δεκατέσσερις χιλιάδες Πέρσες, σύμφωνα με το Λέοντα το Γραμματικό, ή τριάντα χιλιάδες, σύμφωνα με το Ζωναρά, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για να γλιτώσουν από τους Μωαμεθανούς.(Pouqueville, τόμ. ΙΙΙ, σσ.74-76)

Σε λήμμα για τον ποταμό Αξιό ή Βαρδάρη, διαβάζουμε ότι το όνομα Βαρδάρης είναι μεσαιωνικό και προέρχεται από τη μογγολική φυλή των Βαρδάρων, που μετά από επιδρομές, κατά τον 7ο αιώνα, συνθηκολόγησε με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου (Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) και έτσι εγκαταστάθηκε στην κοιλάδα του Αξιού καλλιεργώντας εδάφη που της παραχωρήθηκαν. Οι Βαρδάροι αφομοιώθηκαν γρήγορα από τους ντόπιους Ελληνικούς πληθυσμούς και εξαφανίστηκαν από την ιστορία. Το όνομα Βαρδάρης για τον Αξιό όμως έμεινε ως και σήμερα.

Όπως και να ‘χει, ο Πουκεβίλ γράφει ότι συνάντησε μουσουλμάνους απογόνους των Βαρδαριωτών στην Ανασελίτα, ως αξιωματούχους του Σουλτάνου και στο Βογατσικό ως απλούς μάλλον αγρότες καλλιεργητές. Σε ολόκληρο το βιλαέτι της Ανασελίτσας (σημερινή Νεάπολη)  υπήρχαν 70 χωριά, με 1700 οικογένειες ή 8460 άτομα. Από αυτούς, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, στην Ανασελίτσα μόνο κατοικούσαν 1000 ή 1.200 κάτοικοι τουρκικού δόγματος. Οι υπόλοιποι ήταν Χριστιανοί και λίγες οικογένειες Τσιγγάνων. Οι μπεήδες αυτοί του θύμισαν κάπως τους Γάλλους φεουδάρχες του 15 αιώνα και είχαν τη φήμη των σπάταλων και καλοφαγάδων.

Σε σημειώσεις που συνέταξε ο Ταγματάρχης Μηχανικού Νικόλαος Σχοινάς το 1886, αναφέρονται σχετικά τα  εξής: «ΛΕΙΨΙΣΤΗ (Ανασελίτσα) πρωτεύουσα ομωνύμου Κάζα έχοντος εν όλω 24 χιλιάδας χριστιανούς και 17 χιλιάδας μωαμεθανούς, 430 ημιόνους, 900 ίππους, 200 όνους, 600 βόας και 250 κάρρα εγχωρίου κατασκευής, 7 ατελή ξυλουργεία και μικρά σιδηρουργεία, και περιλαμβάνοντος 50 χριστιανικά χωρία και 29 οθωμανικά, αλέθοντα εις 23 υδρόμυλους. Ολόκληρον το διαμέρισμα παράγει ετησίως ως έγγιστα 60 χιλ. κοιλά σίτου, 65 χιλ. κοιλά κριθής και 24 χιλ. κοιλά αραβοσίτου, προς δε 75 χιλ. οκάδας άχυρου και 15 χιλ. οκάδας χόρτου. Η κωμόπολις κείμενη επί λοφοσειράς, έχει 2500 κατοίκους, ων οι πλείστοι μωαμεθανοί, 4 τεμένη, 1 εκκλησίαν, 8 χάνια 250 ίππων και ισαρίθμων ανδρών, 6 κλιβάνους, 3 αποθηκας και φρεάτια. Οι ενταύθα Οθωμανοί, αγνοούντες καθόλου την τουρκικήν, ομιλούσι την ελληνικήν και καλούνται Βαλαχάδες. Διαιρείται εις εξ συνοικίας, ων η χριστιανική κείται αρκτικώς, και έχει βρύσες, ων το ύδωρ μετοχεύεται από του χωρίου Καλιστράτη, έχοντος 45 οικογ. αίτινες τον χειμώνα μόνον εν τω χωρίω παραμένουσι. Το πλείστον των οικιών και τα τεμένη εισί λιθόκτιστα, έχει δε καφεία (εννοεί καφενεία), καταστήματα, καθ’εκάστην Πέμπτην τελείται εβδομαδιαία αγορά. Οι αυτόσε έλληνες εισί παντοπώλαι και μικρά καταστήματα έχουσι.» 

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθαν στην Ανασελίτσα- Νεάπολη 240 προσφυγικές οικογένειες (περίπου 1000 άτομα) μέχρι το 1928. Έτσι η Νεάπολη από ένας μικρός οικισμός έγινε απότομα μια κωμόπολη, με ένα μικτό πληθυσμό εντόπιων και προσφύγων που έφτανε τα 1200-1300 άτομα.

Το 1824 ο Πουκεβίλ εκδίδει την τετράτομη «Ιστορία της αναγεννήσεως της Ελλάδος». Γυναίκες Σουλιώτισσες. Les femmes souliotes par Ary Scheffer (1827).

Το 1824 ο Πουκεβίλ εκδίδει την τετράτομη «Ιστορία της αναγεννήσεως της Ελλάδος». Γυναίκες Σουλιώτισσες. Les femmes souliotes par Ary Scheffer (1827).

Ο Πουκεβίλ  συνεχίζει το ταξίδι του μέχρι τη Σιάτιστα:

«Κατόπιν εισχωρήσαμε σε μιαν άλλη κοιλότητα, που διαμορφώνεται από τα βουνά καθώς αυτά αποτραβιούνται προς το εσωτερικό στέλνοντας στον ποταμό αμέτρητα ρυάκια, κι ενώ πορευόμασταν μέσα σ’ αυτό το ημικύκλιο, φάνηκε το ξωκλήσι του Αρχάγγελου Μιχαήλ, στην είσοδο του οποίου υπήρχε ένα κουτί με μια σχισμή, κι εκεί μέσα ρίξαμε τον οβολό μας. Τόσο οι Τούρκοι, όσο κι οι αγωγιάτες μου με διαβεβαίωσαν ότι κανείς δεν είχε ποτέ πειράξει αυτόν το θησαυρό που προερχόταν από τις ελεημοσύνες, κι ότι ακόμη κι οι πιο άπληστοι Σκυπετάροι Μωαμεθανοί τον σέβονταν. Αυτό δείχνει ότι η θρησκεία έχει μεγαλύτερη επιρροή πάνω στους βάρβαρους απ’ ότι πάνω στα πολιτισμένα έθνη, όπου πολλές φορές κινδυνεύει και το ίδιο το ιερό από την πλεονεξία των ιερόσυλων. Οι εκτάσεις που διατρέχαμε κι όπου παρεμβάλλονται χείμαρροι με κοκκινωπό βυθό, ήταν την εποχή εκείνη σπαρμένες με σιτάρι, και σε απόσταση μιάμισης λεύγας από το Βογατσικό, αφού αναρριχηθήκαμε σε κάμποσες ραχούλες του Βερμίου, φτάσαμε στον ποταμό Σάδοβο, που πηγάζει δυόμιση λεύγες ανατολικότερα, πάνω στην ακρώρεια του βουνού.

Από τις όχθες εκείνου του ποταμού, όπου υπάρχουν δυο μύλοι, κάναμε μισή λεύγα μέχρι να φτάσουμε λίγο πιο κάτω από το Δρένοβο, ένα χωριό με σαράντα χριστιανικές οικογένειες, όπου τα σπίτια είναι κτισμένα κοντά σε πάμπολλες πηγές με γάργαρα νερά, τα οποία διοχετεύονται σε δυο ξεχωριστά ποταμάκια για να εκβάλλουν στον Αλιάκμονα. Μετά από μισή λεύγα, διακρίνουμε τον Πέλκα, απ’ όπου κατεβαίνει ένα ρυάκι για να χυθεί στον ποταμό. Λίγο πιο πέρα από το αντέρεισμα που εγκλωβίζει την αριστερή του όχθη, ανοίγεται προς τα Α-Β-Α, πάνω στις πλευρές του Σιναζυγού (τοπική ονομασία του Βερμίου), ένα φαράγγι βάθους τρεισήμισι λευγών, που υψώνεται μέχρι τη ζώνη των κορυφών, απ’ όπου κυλάει ένα άλλο ποταμάκι, παραπόταμος του Αλιάκμονα. Δεξιά του, διακρίνουμε το χωριό Σάδοβο, καθώς κι ένα τσιφλίκι πάνω στην όχθη ενός χείμαρρου που κατεβαίνει από το όρος Μουρίκι. Περπατήσαμε μέσα στην κοινή κοίτη των ποταμών, διασχίζοντας αυτά τα δυο χωριά καθέτως, και μετά από ένα μίλι αφή­σαμε αριστερά μας τη Σελίτσα, μια κωμόπολη με τριακόσιες ελληνικές οικογένειες, συγκεντρωμένες γύρω από τα κτήματα του βεζίρη των Ιωαννίνων, και απαρτίζοντας τμήμα του τσιφλικιού του.

Λίγο πιο κάτω από τη Σελίτσα, διαβήκαμε μέσα από την κοίτη του τον Βίλιανη, ένα ποτάμι του όρους Μουρίκι, κι επί μιάμιση λεύγα ακολουθήσαμε την αριστερή όχθη του, ως το σημείο εκροής του στον Αλιάκμονα. Μια λεύγα πριν από τη συμβολή των δυο ποταμών, αφού διατρέξει κανείς ένα ακανόνιστο κάπως έδαφος, περνάει ένα ρυάκι που κατεβαίνει από το όρος Βούρινο, και μετά από μια απότομη ανάβαση μισής ώρας, βρίσκεται στη Σιάτιστα. Με μεγάλη μου έκπληξη είδα, καθώς διασχίζαμε τη στολισμένη με ωραία μαγαζιά αγορά, ότι υπήρχαν καλοχτισμένα σπίτια, κι ότι είχα την ευτυχία να απολαμβάνω το θέαμα μιας γνήσια ελληνικής πόλης, με μιαν όψη άνεσης και καθαριότητας που δεν τη συναντάς πουθενά αλλού στην Τουρκία. Εξίσου γοητευμένος έμεινα και με τη φιλόφρονη υποδοχή που μου έκαναν οι αρχόντοι, ανάμεσα στους οποίους έτυχε να βρίσκεται και κάποιος συμπατριώτης μου, ο κ. Ρεϋνώ, ένας άνθρωπος με ευγενικά αισθήματα, που είχε εγκατασταθεί σ’ αυτή τη χώρα χωρίς ωστόσο ν’ αποξενωθεί κι από την πατρίδα του. Μου πρόσφεραν φιλοξενία στο δημαρχιακό μέγαρο, όπου συνηθίζεται να καταλύουν οι απεσταλμένοι της Οθωμανικής Πύλης όταν διατρέχουν τη Μακεδονία, κι έτσι μπόρεσα πλέον από εκεί να συνεχίσω με όλη μου την ησυχία τον κύκλο των παρατηρήσεων μου.

Δημόσια Ιστορική Κεντρική Βιβλιοθήκη Σιάτιστας

Δημόσια Ιστορική Κεντρική Βιβλιοθήκη Σιάτιστας

Ο  Γάλλος φιλλέληνας  βρίσκεται  στο ελληνικό Σισάνιον την άνοιξη του 1806:

«Η Σιάτιστα, την οποία ο Δον Βαισσέτ στη γεωγραφία του αποκαλεί Σισάνυ, και ο πατήρ Λεκιέν Σισάνιουμ, ενώ ο σημερινός συγγραφέας της ονοματολογίας των ελληνικών επαρχιών, Σισάνιον, ιδρύθηκε από Βλάχους βοσκούς γύρω στο δωδέκατο αιώνα. Τα απέραντα και εύφορα βοσκοτόπια του Βερμίου προσέλκυσαν και στη συνέχεια συγκράτησαν εδώ τους πρώτους έποικους, που ονόμασαν τον καταυλισμό τους Βuοno, καλό, χάρη στα καλά νερά μιας πηγής κοντά στην οποία έστησαν αρχικά τα τσαντίρια τους.

Οι κάτοικοι που αφηγούνται αυτή την ιστορία, λένε ότι όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε, ιδρύθηκε η κάτω πόλη, που την ονόμασαν Γεράνια, ή η Γαλάζια, κι ότι το όνομα Τσαντίρι-Σκηνή διατηρήθηκε μόνον στην επάνω πόλη που βρισκόταν κοντά στην καλή πηγή. Απ’ ό, τι φαίνεται όμως, τα ονόματα αυτά δεν υιοθετήθηκαν από τις βλάχικες μητροπόλεις, οι οποίες την ονόμασαν, λόγω των τυριών της, Τυρίτσα, ενώ αργότερα οι λέξεις Τσαντίρι και Τυρίτσα έδωσαν την ονομασία Σιάτιστα, που έχει επικρατήσει σήμερα στη Μακεδονία. Γύρω απ’ αυτές τις λεπτομέρειες κύλησε η συζήτηση μου με τους αρχόντους, που καμάρωναν τόσο επειδή στην πόλη τους είχαν μια μητρόπολη, η οποία ανεγέρθηκε μετά την κατάλυση του Εξαρχάτου της Οχρίδος, όσο κι επειδή είχαν έναν αξιοσέβαστο χάρη στις αρετές του Αρχιεπίσκοπο, που είχε επονομαστεί Σπανός, δηλαδή αγένειος, γιατί η φύση τον είχε στερήσει από το σημάδι εκείνο του ανδρισμού. Κανείς δεν ήταν ωστόσο σε θέση να μου εξηγήσει τι είχε απογίνει ο βλάχικος πληθυσμός της Σιάτιστας, ούτε με ποιό τρόπο υποκαταστάθηκε από τους Έλληνες. Όταν τους ρωτούσα, κοίταζαν ο ένας τον άλλον απορημένοι».

Σε αυτές τις περιοχές και με τέτοιες κοινωνικές συνθήκες, έμελλε λίγο αργότερα να εκραγεί ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων, ο οποίος οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Διαβάστε την υπόλοιπη έρευνα:

Μέρος ΙΙ

Μέρος ΙΙΙ